Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

ΕΝΑ ΦΩΣ, ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑ, ΤΟΥ ΠΗΓΑΙΝΕ ΚΑΤΑΠΑΝΩ ΚΑΙ ΤΟΥ 'ΦΕΓΓΕ ΤΟ ΔΡΟΜΟ.

 
Η ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑ ΤΟΥ ΕΣΩΣΑΝ ΤΗ ΖΩΗ.
Συνοριακοί φρουροί σκότωναν αθώους πολίτες για να πάρουν βραβείο και δεκαπενθήμερη άδεια.
 
(Κατά το δειλινό, (δεκαετία του 1950) οι δυο συνοριακοί φαντάροι που υπηρετούσαν στο Μπουρέτο, πήγαν στο χωριό της Άνω Επισκοπής για να πάρουνε έναν Άνω Πισκοπιανό που για την καλή του τύχη εκείνη την ημέρα δεν ήταν στο χωριό. Οι φαντάροι σκεφτήκαν πως αφού δεν βγήκαν αυτόν που είχαν στοχεύσει, τότε ας πάνε στη Γλύνα να πάρουν τον νεαρό που έβοσκε τα γίδια του χωριού.

Ένα βράδυ, όταν ο Φώτος Μπάτζιος ήταν βοσκός με τα γίδια του χωριού, ήρθαν και τον πήραν μαζί τους δυο συνοριακοί φαντάροι, με το πρόσχημα ότι τον ήθελε ο αξιωματικός. Προσποιήθηκε ότι δεν γνώριζε αλβανικά.  Σε μια ανηφόρα ο Φώτος αντιλήφθηκε ότι δεν πήγαιναν καλά τα πράγματα, ότι κινδύνευε η ζωή του. Όταν βγήκαν από το λάκκο και πήραν την ανηφόρα, ο ένας φαντάρος άναψε το τσιγάρο και ο Φώτος μέσα στο σκοτάδι διέκρινε το πρόσωπο του.
Μόλις διέκρινε τον φαντάρο να επιταχύνει το βήμα για να βγει μπροστά και να είχε απόσταση πυροβολισμού, τότε αρπάζει από τη μέση τον άλλο φαντάρο, που είχε πλάι και του κολλάει πάνω του. Σε κλάσμα δευτερολέπτου ρίχνεται σε ένα κενό μέσα στο λάκκο και το ‘βαλε στην τρεχάλα. Οι φαντάροι έριξαν στα τυφλά, μα ούτε βλήμα δεν άγγιξε το Φώτο. Πάνω στην τρεχάλα έχασε τα σάνταλά του, μάτωσαν από τις πέτρες και τα ξύλα τα πόδια του, αλλά δεν κατάλαβε.

Ένα φως, από τον Αϊ - Νικόλα, του πήγαινε καταπάνω και του ‘φεγγε το δρόμο. Φτάνοντας στο χωριό ζήτησε αμέσως την βοήθεια του γείτονά του, του Τσιάβου Κολιού, ο οποίος με τρεις ντουφεκιές στον αέρα μάζεψε όλους τους Γλυνιώτες. Την επόμενη, από το πρωί, έφτασαν στο χωριό τα όργανα του κράτους. Αφού επιβεβαίωσαν τα όσα ομολόγησε ο Φώτος και αναγνώρισαν και τους φαντάρους, έκαναν το καθήκον τους. Στο δικαστήριο οι κατηγορούμενοι συνοριακοί φαντάροι παραδεχτήκαν ότι σκόπευαν να σκοτώσουν το Φώτο για να πάρουν βραβείο και δεκαπενθήμερη άδεια. Το δικαστικό σώμα τους τιμώρησε με ποινή θανάτου.
 
 
Πηγή: Ο ΧΟΡΟΣ ΠΟΥ ΜΕΡΙΑΣ ΕΤΗ ΛΥΠΗ σελ:145

Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΗΠΕΙΡΩΤΙΣΣΕΣ


Η ΓΑΡΟΥΦΩ ΜΠΑΤΖΕΛΗ
...Όσο και αν την δείρανε να μην ανάβει τα καντήλια, άλλο τόσο η πίστη της γινότανε ποιο δυνατή από τον νόμο...

Το 1967 τις εικόνες του Αϊ - Δημήτρη, της Παναγιάς και του Αϊ - Νικόλα τις φόρτωσαν σε φορτηγά, που πήραν άγνωστη κατεύθυνση. Οι γριές του χωριού και περισσότερο η Γαρούφω Μπατζέλη και η Όλγα Τσέτσου πήραν όσες εικόνες μπόρεσαν κι έστησαν το εικονοστάσι στο σπίτι της Γαρούφως.  

Η Γαρούφω Μπατζέλη γεννήθηκε στο Τεριαχάτι και παντρεύτηκε στη Γλύνα. Η μοίρα της έγραψε να μεγαλώσει μόνη της τη μοναχοκόρη, γιατί το Θεοδόση, τον άντρα της, τον σκότωσαν οι μπαλίστες στο μακελειό της Γλύνας. Έκανε την καρδιά της πέτρα κι αντιμετώπισε την ζωή σαν άντρας.

Ανάφερε με τη σειρά τις προφητείες του Αγίου Κοσμά και τις θρησκευτικές γιορτές.

Όταν είχε καταργηθεί η θρησκεία στην Αλβανία, πήγαινε ταχτικά στις εκκλησιές κι άναβε κρυφά τα καντήλια. Μετά το ‘91 άρχισε να φροντίζει τις εκκλησίες του χωριού.
Τα μεσάνυχτα του 1992 το σπίτι της πήρε φωτιά. Κάηκε ολόκληρο, μαζί με αυτό και τα λεφτά. Οι εικόνες όμως σώθηκαν, γιατί τις είχε πάει στις εκκλησιές νωρίτερα. Η εκκλησία της Αλβανίας, έχοντας υπόψη το έργο της, της στάθηκε στο πλευρό. Της έχτισε καινούριο σπίτι.

Πηγή κειμένου:
«Ο ΧΟΡΟΣ ΠΟΥ ΜΕΡΙΑΣΕ ΤΗ ΛΥΠΗ» σελ: 146
 
 
 

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

ΤΟ ΓΙΟΦΥΡΙ ΤΗΣ ΓΛΥΝΑΣ


ΑΝΕΓΕΡΘΗΚΕ ΤΟ 1966 ΜΕ ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΜΕΛΛΩΝ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΚΟΥ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΠΕΝΤΕ ΧΩΡΙΩΝ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΡΙΖΑΣ:
 ΒΡΑΧΟΓΟΡΑΝΤΖΗΣ, ΓΛΥΝΑΣ, ΚΑΤΩ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣ, ΑΝΩ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΚΑΙ ΡΑΝΤΑΤΙ.
ΤΟ ΚΑΘΕ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΜΕΛΛΟΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ ΠΛΗΡΩΣΕ ΑΠΟ 50 ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΑ.



Ο πνιγμός ενός Πάνω Δροπολίτη, που εργαζόταν στην Πάνω Επισκοπή, έγινε αιτία, ώστε το 1966 να ανεγερθεί η γέφυρα στον ποταμό Δρίνο. 
 Την μελέτη και εφαρμογή  του σχεδίου τη γέφυρας (περίπου 72 μ μάκρος, αν θυμάμαι καλά) την σχεδίασε και εφάρμοσε ο δεροπολίτης αρχιτέκτονα μηχανικός, ο Νίκος Παναγιώτης από την Δούβιανη.
Το κράτος έβαλε τα βαριά μηχανήματα, εκσκαφείς, κ.τ.λ., ενώ τον όγκο εργασίας τον αντιμετώπισαν εθελοντικά τα μέλη του Γεωργικού Συνεταιρισμού της Ρίζας. Σε κάθε οικογένεια αντιστοίχισαν περίπου 50 μεροκάματα εθελοντικής συνεισφοράς. Η δουλειά γινόταν μέρα και νύχτα. Τη νύχτα ο χώρος φωτιζόταν με ρεύμα. Η μεταφορά του γινόταν με ξύλινες κολόνες από το τσεντράλι της Κάτω Επισκοπής. 

Πριν γίνει η γέφυρα, οι Ριζιώτες περνούσαν το ποτάμι ξυπόλητοι. Όταν το ποτάμι ήταν απροσπέραστο, τότε τους έριχναν στην απέναντι όχθη οι πραματάδες, με τελευταίους τον Γιάννη Μήτση και το Βασίλη Γκέκα, με τα άλογά τους. Όταν το ποτάμι φούσκωνε, ξεχείλιζε, η μοναδική λύση για να πήγαινες στην πόλη ήταν ο οδικός δρόμος που περνούσε από τη Μπούλιω κι έβγαινε στο γιοφύρι της Κολοριτσής.

Χρήστος Γιάννης
Aθηνα 2013

 

Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

...ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΛΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ Η ΟΥΡΑ ΣΤΟΝ ΣΥΜΠΕΘΕΡΟ.(Αναμνήσεις από γάμους της δεκαετίας του 1970-80)

(Αναμνήσεις από γάμους της δεκαετίας του 1970-80)




 Την δεκαετία του 1970-80, ο γάμος είχε χάσει από τα έθιμα όλα τα θρησκευτικά του στοιχεία, αλλά συνέχιζε να είχε το ενδιαφέρων στην εξέλιξη της κάθε φάσης του. Στα χωριά της Δερόπολης και Ρίζας,ως το 1990 τον «γάμο» τον έλεγαν «χαρά».   
Στα χωριά μας, όταν ακούγαν πως στο χωριό έχουμε «χαρά», το πρώτο που ρωτούσε ο κόσμος και οι συγγενείς ήταν: -ποιος παίζει κλαρίνο και ποιον θα έχουν μάγειρα.
Από το καλό κλαρίνο και τον καλό μάγειρα θα εξαρτιόταν και πόσο καλός θα ήταν ο γάμος.
Όταν άκουγαν το όνομα του φημισμένου μάγειρα της περιοχής, έλεγαν:
 -Θα φάμε ωραία φαγητά και θα περάσουμε καλά.
Το Σάββατο βράδυ και την Κυριακή πρωί, στους συγγενείς που εργάστηκαν για την προετοιμασία του γάμου σερβίρουν πατσά.
Εδώ πρέπει να τονίσομε πως στα χωριά της Μαύρης Ρίζας το παλιό μενού του τρόπου σερβιρίσματος, κυριαρχούσε  ο παραδοσιακός τρόπος με το κλασικό σέρβις με διάφορες σαλάτες της εποχής που συνόδευαν  τη ρακί και στο τέλος σέρβιραν  το φαγητό με δύο ακόμα και τρία πιάτα που το ένα περίεχε και κρέας. Συνήθως τα κλασικά φαγητά του γάμου ήτανε το γιαούρτι, κοκκινιστό και το πιλάφι ρύζι. Στις σαλάτες, ανάλογα με την εποχή, κυριαρχούσαν τα τοπικά εποχιακά προϊόντα, που καλλιεργούσαν στο χωριό, όπως πράσινη σαλάτα, σαλάτα με χλωρά κρεμμύδια, σαλάτα ντομάτας και αγγούρι, βραστά φασόλια για σαλάτα προσθέτοντας πάνω τους αλάτι,ξύδι και λάδι ηλίανθου (το λάδι ελιάς ήτανε δυσεύρετο και το είχαν μόνο οι ελάχιστοι εκλεχτοί) όπως και πολλές άλλες σαλάτες με τουρσιά μελιτζάνας, πιπεριάς και ντομάτας, πουρέ πατάτας, ούρλια (στραγγιστό αλατισμένο γιαούρτι)... που συνήθως τα έβαζαν σκόρπια στο τραπέζι ανά τρία με τέσσερα άτομα. Οι σαλάτες αυτές κάθε τόσο μόλις τελείωναν αμέσως τις αντικαταστούνε για να μην είναι το τραπέζι άδειο...
Τονίζουμε πως δεν υπήρχαν τότε ψυγεία και όλα τα προϊόντα ήτανε φρέσκα από τον κήπο και από το εμπόριο του συνεταιρισμού, προπαντός το κρέας και το γάλα για το γιαούρτι που τα κοπάδια για κάποια χρονική περίοδο τα χειρίζονταν μόνο ο συνεταιρισμός.
  Ο τρόπος αυτός, σερβιρίσματος, άλλαξε για πρώτη φορά περίπου μετά το 1973 με τα περιποιημένα ατομικά πιάτα που τον νέο αυτόν τρόπο τον ονομάζαμε «μπουφέ». Είναι εισαγόμενος από τις πόλεις. Άρεσε στον κόσμο και διαδόθηκε γρήγορα σε όλη την περιοχή. Για πρώτη φορά ο καθένας στο γάμο είχε μπροστά του το δικό του πιάτο που περίεχε  διάφορα σαλατικά, τηγανιτές πατάτες , τηγανιτές πιπεριές, ούρλια ..... ένα βραστό αυγό σαλάμι και το κρέας. Δεν έλειπαν από το τραπέζι και τα γλυκά όπως οι «δίπλες» που σε ορισμένα χωριά τα ονόμαζαν «κατιμάρι»  και τα ζαχαρωμένα μπουρέκια με ρύζι που συνήθως τα πήγαιναν οι καλεσμένοι ως κανίσκι. Στους γάμους πάντα έτρωγαν καθάριο ψωμί που φούρνιζε ο φούρνος του συνεταιρισμού αποκλειστικά για τους γάμους ενώ στο χωριό οι εννιά μήνες του χρόνου πουλούσαν καλαμποκίσιο. Από τότε χάθηκαν και οι τάβλες που τις αντικαταστήσανε με τραπέζια που τα δανείζονταν στην γειτονιά και συγγενείς, ενώ τις καρέκλες, τα κουτάλοπίρουνα και τα πιάτα τα προμηθεύονταν
από την εστία πολιτισμού του χωριού. Τα κουταλοπίρουνα και τα πιάτα το κάθε χωριό τα είχε αποκτήσει συνδράμοντας ο κάθε χωριανός με το ανάλογο ποσό και τα φύλαγαν συνήθως στην εστία πολιτισμού. Με αυτά εξυπηρετούσαν τις ανάγκες τους  στα οικογενειακά και κοινωνικά τραπέζια. Υπήρχαν περιπτώσεις που γινότανε γάμοι και στην αίθουσα της εστίας πολιτισμού των χωριών για όσους οι συνθήκες τους ευνοούσαν καλλίτερα.
Κατά το έθιμο όταν παραδίνουν την νύφη στον γαμπρό (βάση της συμφωνίας) συνοδεύουν την νύφη και ένας αριθμός των ποιο κοντινών συγγενών, όπως μπαρμπάδες, θειοι και ξαδέρφια(πάντα σε μονό αριθμό)ενώ η μάνα και ο πατέρας της νύφης εμφανίζονται τα χαράματα έχοντας μαζί τους τηγανίτες που τις μοιράζει η συμπεθέρα κερνώντας πρώτα την νύφη και τον γαμπρό και μετά τους καλεσμένους. Στο κεντρικό τραπέζι που φιλοξενούνε τους συγγενείς της νύφης υπάρχουν στο κέντρο δυο άδειες καρέκλες που φυλάσσονται αποκλειστικά για τον πατέρα και την μάνα της νύφης.
Στο πρόσωπο του πατέρα κυριαρχεί ο απόλυτος σεβασμός
Με το που παρουσιάζονται στο τραπέζι, έρχεται ο συμπέθερος (ο πατέρας του γαμπρού) και ανταλλάσουν ευχές.
Αμέσως  τα γκαρσόνια περιποιούνται ιδιαιτέρως τον  συμπέθερο, με μεζέδες και ένα μπουκάλι με ρακί μαζί με το εκλεχτό πιάτο που περιέχει την ψημένη ουρά του σφαχτού, ως ο εκλεχτός μεζές που φυλάγεται αποκλειστικά για τον πατέρα της νύφης.
Εδώ ξεκινάνε τα αστεία πειράζοντας τον πατέρα της νύφης.
-Την ουρά σου φέρανε συμπέθερε.
Ενώ ο συμπέθερος ανταποδίδει
-Που ξέρετε εσείς από γεύση του κρέατος...
Το ίδιο επαναλαμβάνεται και στα φιλέματα του επόμενου Σάββατο που η νύφη με τον γαμπρό και τους συγγενείς του γαμπρού πηγαίνουν για πρώτη φορά μετά το γάμο στο σπίτι της νύφης. Και εδώ, έχουν φυλάξει και σερβίρουν στον πατέρα του γαμπρού το πιάτο με την  ουρά του σφαχτού.

Χρήστος Γιάννης
13/2/2018
Αθήνα

Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2018

ΚΟΨΕ ΚΛΗΜΑ ΤΟ ΓΕΝΑΡΗ ΜΗ ΡΩΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΠΟΛΙΑΣΜΑ ΦΛΕΒΑΡΗ.


Ο ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ ΤΟΥ ΜΠΟΛΙΑΣΜΑΤΟΣ
Κόψε κλίμα το Γενάρη, μη ρωτάς για το φεγγάρι και το μπόλιασμα Φλεβάρη.

 Την είχα ακούσει πολλές φορές αυτή την σοφή παροιμία από τους χωριανούς μου. Το κλάδεμα πάντα το κάναμε τον Γενάρη και τα αμπέλια θέλουν φροντίδα τις τέσσερεις εποχές. Ένα παραδοσιακό τραγούδι λέει: 




Αμπέλι μου πλατύφυλλο 
 και κοντο κλαδεμένο
Για δεν ανθείς για δε καρπείς 
 σταφύλια για δεν κάνεις

Θα σε πουλήσω αμπέλι μου  
 και θα σε παζαρέψω

Μη με πουλάς αφέντη μου 
 και μη με παζαρεύεις

Βάλε νιούς να σκάφτουνε 
 γερόντους να κλαδεύουν

Βάλε και λιανοκόριτσα 
 να με φραστολογούνε

Τότε ανθώ τότε καρπώ
τότε κάνω σταφύλια.




Και όντως μια μέρα στην Αθήνα τύχαμε  τυχεροί να παρακολουθήσομε από κοντά τη διαδικασία του μπολιάσματος με τον Γιώργο Ντέτσικα από το Λόγγο της Άνω




Δερόπολης. Ενώ η περιέργεια μας κορυφώνονταν , ο Γιώργος άρχισε να μας  εξηγεί την όλη διαδικασία. Προσέχοντας  μάθαμε πολλά.




Όπως μάθαμε στη συζήτηση, ο Γιώργος είχε μεγάλη επιτυχία στο μπόλιασμα στο χωριό του, και όταν πήγαινε στο Κρά που ήταν και γαμπρός τους, δεν τον άφηναν ήσυχο. Όλοι θέλανε με το χέρι του να μπολιάσει κάποιο κλήμα, η κάποια απιδιά γιατί ήτανε σίγουροι πως θα πιαστεί.

Μας έκανε εντύπωση η τόση σιγουριά και η επιτυχία του εκατό τις εκατό στο μπόλιασμα.
 Οι χωριανοί μας για τέτοιους τεχνίτες  έλεγαν:-Έχει καλό χέρι!   δ.λ.δ, ότι μπολιάζει πιάνεται.
-Πως τα καταφέρνετε Γιώργο και έχετε τόση μεγάλη επιτυχία;-τον ρωτήσαμε.
-Καταρχάς όταν θέλεις να μπολιάσεις το σκέφτεσαι  από το κλάδεμα το Γενάρη. Διαλέγουμε καλά φιτίλια τα οποία τα βάζομε στον άμμο για να μη τα βλέπει ο ήλιος και να μη δώσουν τα μπουμπούκια.           

Το τελευταίο δεκαήμερο του Φλεβάρη είναι η καλύτερη εποχή για μπόλιασμα. Έχομε τα κατάλληλα εργαλεία και ξεκινάμε το μπόλιασμα ήρεμα και κάθε εργασία την κάνομε σωστά.

Παίρνομε ένα δοχείο με νερό και μέσα εκεί θα ρίξομε τα φιτίλια που θα φτιάξομε. Πρέπει να είναι υγρά. Αν δεν έχομε τότε τα σιαλίζομε στο στόμα πριν τα μπολιάσομε.  Με το πριόνι κόβομε το κλήμα και το καθαρίζομε καλά να μην έχει πληγές και προπαντός η πέτσα που είναι και το κλειδί της επιτυχίας.





Με το μαχαίρι χαράζομε το κλήμα στη μέση. Το βοηθάμε χτυπώντας με το κλαδευτήρι και ανοίγουμε τόσο όσο να μπαίνει το φιτίλι. Κάποιο ξυλαράκι το κόβομε στη μύτη από της δυο πλευρές και το κάνομε εργαλείο δουλειάς βάζοντας το μέσα στο χαράκωμα για να μας το κρατάει ανοιχτό. Αυτό το εργαλείο το λέμε καλέμι.
Βάζομε μέσα το φιτίλι και φροντίζομε ώστε η πέτσα (φλούδα) να κολλάει με την πέτσα του κορμού. Εκεί είναι όλη η επιτυχία. να ενωθούν οι φλούδες του φιτιλιού με του κορμού, διαφορετικά πάμε σε αποτυχία.


Το φυτίλι πάντα το κόβομε με ένα μπουμπούκι (μάτι). Βάζομε δύο σε κάθε μπόλιασμα και τα μπουμπούκια τα έχομε από την έξω πλευρά. Τα δένομε με ράμμα για να μη ανοίξουν πριν κάνομε τις τελευταίες ενέργειες.
Μετά με ένα τσιόλι (πανί) τυλιγμένο σε ένα ξυλαράκι, το βουτάμε σε λιωμένο κερί και αλείφομε προσεχτικά καλύπτοντας όλες τις πληγές. Μπορεί να καλύπτει και με αργιλόχωμα αν δεν έχομε κερί είτε παραφίνη. Μετά το δένουμε γύρο-γύρο με ένα πανί και προσεχτικά το περνάμε και ενδιάμεσα στα δυο φιτίλια. Αυτό παρέχει στη περιοχή του μπολιάσματος ζέστη και το προφυλάγει από το κρύο , και τον ήλιο. Μετά το δένομε καλά με ράμμα και το μπόλιασμα είναι έτοιμο.
Αν την άνοιξη ανθίσει το πρώτο μάτι τότε θα μας δώσει και σταφύλι. Αν δε δώσει σταφύλι, τότε ξέρομε με σιγουριά ότι χάσαμε το μάτι, αλλά όχι το μπόλιασμα γιατί το ίδιο μάτι κρύβει μέσα του και ένα δεύτερο  που θα μας δώσει και το νέο κλήμα που δε θα μας δώσει σταφύλι από την πρώτη χρονιά.


Χρήστος Γιάννης
Αθήνα Φεβρουάριος 2006




Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018

ΤΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΩΡΓΟΥ

«ΤΟ ΠΕΡΗΦΑΝΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΓΚΙΚΑ»
 
Ο Γιώργος Γκίκας σπούδασε και αυτός στο Πωγώνι και έγινε δάσκαλος. Το καλοκαίρι, όταν γύριζε με διακοπές στο χωριό, οι συγχωριανοί τον αντιμετώπιζαν σαν το «περήφανο παιδί του Γκίκα», λόγω της μόρφωσης και της αλλαγής της συμπεριφοράς του. Ήταν αξιοζήλευτο πρόσωπο, αγαπούσε το χωριό κι έγραφε για τα σημαντικά γεγονότα του.

(Από το Ιστορικό Λαογραφικό βιβλίο χωριού Γλύνας «Ο ΧΟΡΟΣ ΠΟΥ ΜΕΡΙΑΣΕ ΤΗ ΛΥΠΗ» σελ: 29)

Το 1984 παρακάλεσα το μπάρμπα Γιώργο να μου γράψει ένα μικρό ιστορικό για το χωριό και ανταποκρίθηκε μετά μεγάλης χαράς. Ιδού ένα μικρό δείγμα από τα χειρόγραφα του που μου παραχώρησε το καλοκαίρι του 1984.





Δύο μικρά βιντεάκια με αφηγήσεις του μπάρμπα Γιώργου
Το ξέσπασμα του μπάρμπα Γιώργη.






Ιστορικές αφηγήσεις του μπάρμπα Γιώργη


Χρήστος Γιάννης
Αθήνα 30/1/2018

Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018

«ΕΞΩ ΒΡΕΧΕΙ ΜΕΣΑ ΤΡΕΧΕΙ ΠΟΥ ΘΑ ΒΑΛΟΥΜΕ ΤΗ ΝΥΦΗ»

Ρίχνοντας μια πρόχειρη ματιά σε αυτά που γράφαμε κάποτε, την δεκαετία του 1980,  πέσαμε και σε αυτή εδώ την φράση που  την λέγαμε συχνά στα δικά μας χωριά.

 
«ΕΞΩ ΒΡΕΧΕΙ ΜΕΣΑ ΤΡΕΧΕΙ.
ΠΟΥ ΘΑ ΒΑΛΟΥΜΕ ΤΗ ΝΥΦΗ»
;;;
 
 
 
 
Χρήστος Γιάννης
29/1/2017
Αθήνα
 

Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

-ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΚΑΙ Ο ΧΟΡΌΣ; -ΑΝΑΓΚΗ!

-ΤΙ ΕΙΝΑΙ  ΤΟ  ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΚΑΙ  Ο ΧΟΡOΣ; 

-ΑΝΑΓΚΗ! 
Χορεύουμε και τραγουδάμε από χαρά ακόμα και από λύπη, για να ξεσπάσουμε, να ενδώσουμε, να ξεφαντώσουμε, να επιδείξουμε, γιατί το έχουμε ανάγκη να ξεφορτώσει η ψυχή μας όλες αυτές τις συσσωρευμένες ενέργειες που κρύβει ο κάθε μας χαρακτήρας.

(το σκίτσο από φωτογραφία του «Photogli»)

Χρήστος Γιάννης
Αθήνα. 17/1/2018